Με τον Παύλο Γιαννακόπουλο συναντήθηκα δυο φορές, καθότι το μπάσκετ δεν ήταν ποτέ το αντικείμενό μου. Τη μία στο γραφείο του, την άλλη σε μια γιορτή του ΠΣΑΤ στο ΟΑΚΑ. Δυο λόγια, μόνο θα ήθελα να πω αποχαιρετώντας τον.
Με κάλεσε στο γραφείο του, μερικές ημέρες μετά την μεταγραφή του Βράνκοβιτς το 1992. Όταν, εκείνο το βράδυ (στο «ΦΙΛΑΘΛΟ»), έμαθα στην πληροφορία, του τηλεφώνησα κατά τις 12.30 μετά τα μεσάνυχτα σε ξενοδοχείο της Ρόδου, όπου διέμενε, για να επιβεβαιώσω την πληροφορία. Τω καιρώ εκείνω, έτσι λειτουργούσε η δημοσιογραφία. Με επιβεβαίωση της πληροφορίας.
Η πληροφορία ήταν πως είχε φτάσει στα χέρια του ένα φαξ, στο οποίο αναφερόταν ότι ο πανύψηλος Κροάτης σέντερ δεν θα συνέχιζε στο ΝΒΑ, αλλά θα ερχόταν στον Παναθηναϊκό. Ο Παύλος μου είπε τα εξής εκείνο το βράδυ:
«Παιδί μου, είναι αλήθεια ότι πήραμε τον Βράνκοβιτς και μπορείς να το γράψεις. Εγώ θα βγάλω μια διάψευση, για να μην έχουν πρόβλημα οι άλλοι συνάδελφοί σου με τις εφημερίδες τους»…
Στα γραφείο του, ο Παύλος, μέσα σε δυο ώρες, που διηγήθηκε την σύσταση, την άνοδο και την τελική «έκρηξη» της φαρμακοβιομηχανίας του. Μου αποκάλυψε μικρά και μεγάλα μυστικά της επιχειρηματικής ανέλιξης της «ΒΙΑΝΕΞ».
Τα ήξερα, ωστόσο, γιατί τα ίδια μου είχε διηγηθεί κι ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, με τον οποίο είχα συχνότερη επαφή, αφού υπήρξε και σύμβουλος της ΕΠΟ. Εκτίμησα το γεγονός ότι ο Παύλος με εμπιστεύτηκε άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής του και περισσότερο τη φράση του, «έχεις καθαρό βλέμμα, παιδί μου». Δεν απάντησα. Επίτηδες.
Ήθελα να διερευνήσω στο βλέμμα του και τα λεγόμενά του, που ακριβώς, ήθελε να καταλήξει. Και κατέληξα εγώ, τελικά, στο συμπέρασμα, ότι ο Παύλος ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος σε χρήμα και αισθήματα. Πλούσιος. Όχι, νεόπλουτος.
Στην Ελλάδα υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του πλουσίου και του νεόπλουτου. Ο νεοπλουτισμός είναι κι αυτός μέρος της καταστροφής της. Ο Παύλος μου συμπεριφέρθηκε σαν ένας πλούσιος «από τζάκι» κι ας ξεκίνησε από το «μηδέν».
Οι περισσότεροι νεόπλουτοι στην Ελλάδα, ως γνωστόν, αναδείχθηκαν την περίοδο των «πακέτων Ντελόρ», με την γνωστή διαπλοκή, που κατέφαγε στα σπλάχνα της Ελλάδας. Ήταν οι γνωστοί «αετονύχηδες», που έκλεψαν χρήμα και μετά, το έπαιζαν απρόσιτοι, «καμπόσοι», απόμακροι, σοβαροφανείς. Γελοίοι, εν τέλει.
Ο Παύλος δεν ήταν σαν κι αυτούς, τους διαβρωμένους νεόπλουτους, που βλέπουν τον συνομιλητή τους σαν ένα… κουνούπι, επειδή αυτοί έχουν το χρήμα. Συμπεριφερόταν ως άνθρωπος σε άνθρωπο κι όχι με βάση τους τραπεζικούς του λογαριασμούς.
Καλό παράδεισο, υπέροχε άνθρωπε, Παύλε…
Μια συνάντηση με τον πλούσιο κι όχι νεόπλουτο Παύλο…
Σε δυο ώρες στο γραφείο του, μου αποκάλυψε τα μυστικά της επιχειρηματικής του ‘έκρηξης’
