Η κυβέρνηση, λέει, είναι αποφασισμένη να πάρει όλα εκείνα τα απαραίτητα «μέτρα» για την σωτηρία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Χρόνια ολόκληρα θυμάμαι τις κυβερνήσεις να παίρνουν μέτρα, αλλά αποτέλεσμα να μη βγαίνει. Αυτή η κυβέρνηση δεν κάνει πίσω, προκειμένου να «σώσει» το ποδόσφαιρο, τόνισε ο αρμόδιος Υφυπουργός Βασιλειάδης.
Το ερώτημα που θέτω είναι αν το ίδιο το ποδόσφαιρο θέλει να σωθεί! Αυτό το… ρώτησε κανένας; Προφανώς κι όχι. Κι αν αυτό φανεί ως «ευφυολόγημα» ή «ξυπνητζίδικο», το θέτω διαφορετικά: Ποιος θέλει να «σωθεί» το ποδόσφαιρο; Μιλάω για θεσμούς, φυσικά πρόσωπα, όλους αυτούς που απόμειναν ν’ ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και φυσικά, τον Τύπο.
Θέλουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων να σώσουν το ποδόσφαιρο; Προφανώς και δεν θέλουν, δεν το επιτρέπει το «εγώ» τους. Κι επειδή στο πέρασμα των χρόνων το ποδόσφαιρο ήταν πάντα υπό κηδεμονία, ο κάθε «κηδεμόνας» δεν θέλει ν’ απολέσει αυτό το συγκυριακό προνόμιο.
Όταν έρθει άλλος «κηδεμόνας» στο ποδόσφαιρο, με τις εκλογές της ΕΠΟ, τότε σκέφτεται ακριβώς το ίδιο. Κι ο χαμένος ελπίζει ότι στις επόμενες εκλογές της ΕΠΟ, θα είναι αυτός ο νικητής. Είναι τόσο απλά τα πράγματα. Ο καθένας θέλει να είναι «αφέντης», όχι μόνο της ομάδας του, αλλά όλου οι συστήματος.
Πριν από μερικά χρόνια, νέοι άνθρωποι όπως ο Πέτρος Κόκκαλης, ο Γιάννης Βαρδινογιάννης και ο Ντέμης Νικολαϊδης είχαν δώσει τα χέρια, ότι θα «έσωζαν» το ποδόσφαιρο, όταν δημιούργησαν τον συνεταιρισμό της Σούπερ Λιγκ. «Στο πρώτο πέναλτι, θα διαλυθούν», είχε προβλέψει ο τότε πρόεδρος της ΕΠΑΕ Β. Μητρόπουλος. Όπως κι έγινε.
Οι φίλαθλοι – οπαδοί, θέλουν να «σωθεί» το ποδόσφαιρο; Προφανώς κι όχι. Έχουν γαλουχηθεί χρόνια τώρα να βλέπουν φαντάσματα πίσω από τις κουρτίνες. Δίκαια; Δικαιότατα! Αφού πάντα υπήρχαν κρυμμένα φαντάσματα με διαιτητικά ονοματεπώνυμα. Έχουν μάθει να ζουν με αυτά, δημιουργήθηκε μέσα τους ένα τραχύ στερεοτυπικό σμάλτο.
Μπορούν να προσπαθήσουν να το αλλάξουν; Μακάρι να μην το κάνουν! Γιατί; Διότι δεν είναι απλό και συνήθως φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα! Το λέει καθαρά η πρώτη αρχή της «Ψυχοκυβερνητικής»: «Η προσπάθεια ν’ αλλάξουμε μια κακιά συνήθεια, δεν πετυχαίνει παρά να τη δυναμώσει». Πριν από 30 χρόνια είχαν «συμμαχήσει» οι οπαδοί του Ολυμπιακού και του ΠΑΟΚ κατά του Βαρδινογιάννη. Τα βλέπουμε σήμερα τα αποτελέσματα. Η κακιά συνήθεια δυνάμωσε.
Ο Τύπος; Προφανώς και όχι, γιατί τον βολεύει το «μάντρωμα συνειδήσεων» αφ’ ενός και αφ’ ετέρου, αυτός είναι που μετέφερε το κέντρο βάρος του ενδιαφέροντος από το γήπεδο στον διαιτητή και τις αίθουσες των δικαστηρίων; Δίκαια; Δικαιότατα! Αφού οι γύρω από το ποδόσφαιρο προκαλούν, τι να έκανε κι ο Τύπος;
Αν σήμερα κυκλοφορούσε μια εφημερίδα στα περίπτερα ή ένα σάιτ στο διαδίκτυο άκρως αντικειμενικό, με ψύχραιμη στάση απέναντι στα γεγονότα, χωρίς κραυγές και αφορισμούς, ποια ανταπόκριση θα είχε από ένα εκπαιδευμένο στην άκριτη σκέψη κοινό; Καμία απολύτως.
Το ποδόσφαιρο, το ρώτησαν αν θέλει να ‘σωθεί’;
Ας μην κρυβόμαστε, κανένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου δεν θέλει τη ‘σωτηρία’ του αθλήματος και τη… δική του
